Θυῖος

Θυῖος, (sc. μήν), name of a month in Thessaly and Boeotia, IG 9(2).109b57 ([place name] Halus), 7.341, etc.; in Naupactus, ib.9(1).357:—also [full] Θῦος, ib.9(2).515.3 ([place name] Larissa), al.:—[dialect] Boeot. [full] Θούιος or [full] Θιούιος, ib.7.517,3172.116.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θύιος — θύος burnt sacrifice gen sg (epic doric) θύος burnt sacrifice neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θυῖε — Θυῖος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θυῖον — Θυῖος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύω — (I) (ΑΜ θύω) προσφέρω θυσία, θυσιάζω νεοελλ. μτφ. 1. καταστρέφω, αφανίζω, εξοντώνω 2. φρ. α) «θύω στον Βάκχο» μεθώ, πίνω υπερβολικά β) «θύω στην Αφροδίτη» παραδίδομαι σε σαρκικές απολαύσεις γ) «θύω και απολλύω» i. κάνω μεγάλες καταστροφές ii.… …   Dictionary of Greek

  • Θυίοισ' — Θυί̱οισι , Θυῖα neut dat pl (epic ionic aeolic) Θυί̱οισι , Θυῖος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θυίων — Θυί̱ων , Θυῖα neut gen pl Θυί̱ων , Θυῖος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.